20 Μάη 1941, ο
Χίτλερ κήρυξε τον πόλεμο στην Κρήτη. Ήθελε να
κατακτήσει - από αέρα - τα τρία αεροδρόμια της
βόρειας ακτής της (του Μάλεμε, του Ρεθύμνου και
του Ηρακλείου), την πρωτεύουσά της - τα Χανιά, και
το λιμάνι της Σούδας (το μόνο καλό της λιμάνι).
Το χώμα της Κρήτης ζυμώθηκε με το αίμα. Έγιναν
αντάρτες οι νέοι, οι γέροι, οι γυναίκες, τα παιδιά,
και πολέμησαν με ό,τι όπλο βρήκαν.
Το νησί ήταν ξαρμάτωτο, όπως λέει και το ριζίτικο:
« Χίτλερ, να μην καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη,
ξαρμάτωτη την ηύρηκες, κ' έλειπαν τα παιδιά τση,
στα ξένα πολεμούσανε, πάνω στην Αλβανία, μα πάλι
πολεμήσανε ».
Ακόμα και οι εχθροί - οι Γερμανοί - θαύμασαν την
Κρητική ψυχή που αγωνιζόταν για τη λευτεριά της.
Το ίδιο και οι σύμμαχοί μας (Άγγλοι, Νεοζηλανδοί,
Αυστραλοί), που πολέμησαν και αυτοί στη
λεβεντογέννα Κρήτη, με γενναιότητα.
Διαίρεσα το χώρο σε πολλά ανισοϋψή επίπεδα και
πλάνα (μικρά - μεγάλα). Δημιούργησα έτσι ένα
μεγάλο κρησφύγετο μέσα στις Κρητικές μαδάρες.
Αναπτύσσω τη δράση από μέσα προς τα έξω, και αφήνω
έναν Κρητικό ντελικανή να κυριαρχεί στη σύνθεση.« Στις 3 Ιουνίου 1941 το χωριό
Κάνδανος ισοπεδώθηκε, για να μη ξαναχτιστεί πια
ποτέ. Αυτή ήταν μία πράξη αντεκδίκησης για τις
στυγνές δολοφονίες Γερμανών αλεξιπτωτιστών,
ορεινών δυνάμεων και του σώματος μηχανικού, που
διεπράχθησαν από τους άνδρες, τις γυναίκες και
τους ιερείς που τόλμησαν να αντισταθούν στην
πορεία του μεγάλου Ράιχ».
Η ωμή αυτή γερμανική επιτάφια
επιγραφή, γραμμένη στα Γερμανικά και στα
Ελληνικά, διασώθηκε από τον Αρχιμανδρίτη
Στυλιανό Φραντζεσκάκη, Παλαιοχώρα. |
|

|