 |
Το «Μουσείο
Ελληνικής Ιστορίας» το στεγάζω σ' ένα κτίριο
Αστικής Φρουριακής Αρχιτεκτονικής της Ηπείρου
του 18ου αιώνα, που θεμελίωσα το 1983 και το τελείωσα
το 1994.Τα σχέδια του Μουσείου τα έκανα, στην αρχή,
με ελεύθερο σχέδιο και μετά με αξονομετρικό και
προοπτικό (με αρκετές λεπτομέρειες). Στη
συνέχεια, για να αντιληφθώ τον όγκο, έφτιαξα
μακέτες (τόσο για το εξωτερικό του, όσο και το
εσωτερικό του) με κλίμακα 1:25.Στο τέλος,
προκειμένου να βγάλω την οικοδομική άδεια, φίλοι
μου - επιτυχημένοι σήμερα μηχανικοί - μετέφεραν
τη δική μου μελέτη σε γραμμικό σχέδιο και
ανέλαβαν δωρεάν τις διαδικασίες προς την
πολεοδομία. Όσον αφορά το κατασκευαστικό μέρος -
εξωτερικά - αφού είχα πλέον έτοιμο τον
τσιμεντένιο σκελετό (κολόνες και στέγες) έκανα
επί τόπου παραδείγματα τοίχων, τόξων, επίκρανων
κ.λπ., και με ακολούθησαν τεχνίτες και χτίστες, με
την επίβλεψή μου πάντα. Τις στέγες, τις κάλυψα με
μαυρόπλακα. Για να δώσω δε την εντύπωση ύπαρξης
γρυπίδων, πελέκησα το τσιμέντο (στην απόληξή του)
με βελόνι και ντεσιλίδικο.Την αίσθηση ότι το όλο
κτιριακό συγκρότημα είναι πακτωμένο πάνω σε
βράχο, την έδωσα κάνοντας καλλιτεχνικό
μετασχηματισμό με μεγάλα βράχια που έβγαλα από
την εκσκαφή.Με τσιμεντοχρώματα δε, έκανα πατίνα,
για να προστατεύσω τον επισκέπτη από οπτική
μόλυνση (ό,τι τεχνητό να μοιάζει φυσικό - και έτσι
η επέμβασή μου καθόλου να μην τραυματίζει το
φυσικό περιβάλλον). Διασκέδασα τον υπόλοιπο χώρο,
με βραχόκηπους και καλντερίμια (για
λειτουργικούς τάχα λόγους, αλλά και για
αισθητικούς). Το καλντερίμι που οδηγεί από το
εκδοτήριο εισιτηρίων στην άσφαλτο, είναι για
πραγματική χρήση. Πρόσεξα ιδιαίτερα την
κατασκευή του (θα παρατηρήσετε την άσκηση της
ποδικής σας καμάρας). Αφού εξασφάλισα το
στεγασμένο εξωτερικό κέλυφος του Μουσείου (2500 m3),
ήρθα να δουλέψω στο εσωτερικό του. Εδώ, έκανα -
πάλι μόνος μου - την όλη διαρρύθμιση των χώρων σε
επίπεδα (παράλληλα, συνάλληλα και διάλληλα),
ανάλογα με το ιστορικό θέμα που ήθελα να
αναπτύξω. Για σιδηροκατασκευές, χτίσιμο τούβλων,
μικρές οπλισμένες πλάκες κ.λπ., χρησιμοποίησα
τεχνίτες. Η γενική επίβλεψη και αυτών των
εργασιών, έγινε από μένα τον ίδιο.Έπειτα, αρχίζει
η καλλιτεχνική μου δουλειά. Τους τοίχους από
τούβλα που παραλαμβάνω από τους τεχνίτες, τους
επενδύω με πέτρα (όπως για παράδειγμα στις
φυλακές και το διάδρομό τους). Άλλα μεγάλα
ανοίγματα τα μεταπλάθω σε βράχια, σπηλιές ή
βουνά, με λινάτσα ("Φιλόσοφος", "Κούγκι",
"Επανάσταση", "Πίνδος", ...) και άλλα τα
μεταπλάθω με νευρομετάλ, σε όγκους σπιτιών,
δρόμων κ.λπ. ("Κύπρος", "Κυρά της Ρω",
"Μικρά Ασία", ...).
Μια αρκετά δύσκολη και επίπονη μετάπλαση, ήταν
αυτή που προόριζα για τις συνθέσεις "Σφαγή του
Αλή-Πασά" και "Σπηλιά του Καλπακίου (1940)",
όπου έπρεπε να αποδώσω κροκαλοπαγή και
λατυποπαγή πετρώματα.
Σε όλες τις περιπτώσεις, το τελευταίο στάδιο
δουλειάς είναι το χρώμα - η πατίνα. Πολύ δύσκολη
δουλειά, γιατί έχω να αντιμετωπίσω πολύ μεγάλες
ανώμαλες επιφάνειες και ύψη. Και αφού όλα τα γύρω
είναι έτοιμα, έρχομαι να τοποθετήσω τις κέρινες
φιγούρες, έτσι όπως τις είχα προγραμματίσει, έτσι
όπως τις αισθάνθηκα μέσα από τις ιστορικές πηγές
και τον προβληματισμό μου - χρόνια τώρα, έτσι όπως
είχαν μείνει στην μνήμη μου - μέσα από την
φαντασία μου ή την προσωπική μου γνώση ιστορικών
γεγονότων των οποίων υπήρξα υποκείμενο.
Τα κέρινα μέλη τα δούλεψα - όλα - πρώτα σε πηλό.
Αλλά και στα επόμενα στάδια δουλειάς - από τον
γύψο μέχρι το κερί, το φύτεμα της τρίχας, ... , το
ντύσιμο, ... , το στήσιμο, κ.λπ. - δούλεψα τελείως
μόνος και χωρίς την βοήθεια κανενός. Από
ιστορικής πλευράς, τόλμησα να κάνω μια επιλογή
ιστορικών αναφορών, που καθόλου να μην
παραμελούν γεγονότα, αλλά απεναντίας να έχουν
σημεία αναφοράς και έντασης. Δεν ακολουθώ
χρονολογική σειρά σε όλα τα θέματα.Πάρα πολλά,
είναι σε ενότητες - Προεπανάσταση, Επανάσταση,
1940-41. Άλλα όμως είναι μόνα τους. Αυτό γίνεται για
να μπορώ να κινηθώ με ελευθερία στους χώρους,
δημιουργώντας αντιθέσεις ρυθμολογικές,
φορματικές, χρωματικές κ.λπ. Με τα κέρινα δε
ομοιώματα προσπαθώ να αποδώσω δράση ή ησυχία,
στοχασμό ή φρίκη κ.λπ. Στο τέλος, τα θέματα
"Βυζάντιο" και "Αρχαία Ελλάδα", τα
τοποθέτησα πάνω σε πλευρές ορθής γωνίας, στην
διχοτόμο της οποίας έβαλα την "Μικρά Ασία".
Βασική μου αρχή και πιστεύω μου είναι να μένει
ανέπαφος - χωρίς παρεμβάσεις - ο κάθε
φυσικός-ιστορικός χώρος, όπου έδρασαν ή
μαρτύρησαν ήρωες. Μεταφέρω λοιπόν, με τον δικό
μου τρόπο, τον ιστορικό χώρο στο χώρο Μουσείο και
με τα κέρινα ομοιώματα δημιουργώ νέα διάσταση
χρόνου.
Σαν χρόνο υλοποίησης τούτου του έργου, πρέπει να
λογαριάσει κανείς, 50 χρόνια έρευνα και μελέτη και
12 χρόνια (τα τελευταία) χειρωνακτική και
καλλιτεχνική δουλειά.
Ξεκίνησα τούτο το έργο, όταν ήμουν 60 χρόνων. Οι
πόρτες του κτιρίου - εξωτερικά - είναι ανοίγματα
για διάφορες χρήσεις των δύο οικογενειών που
υποθετικά κατοικούν στο σπίτι. Η μεγάλη τοξωτή
και η διπλανή της (στην πρόσοψη),
χρησιμοποιούνται για να μπαίνουν τα φορτωμένα
ζώα. Πόρτα εξόδου - σε ώρα ανάγκης - είναι και η
μικρή στο δυτικό μέρος της πρόσοψης, όπως επίσης
και η πλαϊνή που οδηγεί στο πηγάδι. Οι
πολεμίστρες είναι στοιχεία της φρουριακής
αρχιτεκτονικής και χρησιμοποιούνταν για άμυνα.
Υπάρχουν, κυρίως, πλάι στις πόρτες και σε άλλες
θέσεις. (Τις χρησιμοποιώ σαν αεραγωγούς). Η
καταχύτρα - πάνω από την μικρή νοτιοδυτική πόρτα
εξόδου, είναι επίσης στοιχείο άμυνας. Έριχναν από
κει πάνω, καυτό νερό ή λάδι, για εξόντωση του
εχθρού. Οι καμινάδες (18 τον αριθμό) αντιστοιχούν
σε υποτιθέμενα δωμάτια ή άλλους χώρους χρήσης (αν
δηλαδή λειτουργούσε το σπίτι). Έχω άλλες επίπεδες
με τσούτσουρο, μία προς τον νότο, με δύο
τσούτσουρους και άλλες με αέτωμα. Η δίδυμη
δείχνει ότι η μία έρχεται από το υπόγειο του
σπιτιού και η άλλη από τον οντά. Τα εντοιχισμένα
πιάτα στους εξωτερικούς τοίχους, έχουν συνθέσεις
δικών μου σχεδίων, μεταπλάσεις λαϊκών και
Βυζαντινών μοτίβων.Σε μερικά, έχω και
Γιαννιώτικα στιχοπ(ου)λάκια - γυρίσματα -, όπως:
«ξένε στα ξένα πώς περνάς; ποιος μαγειρεύει και
δειπνάς;», «μαύρα μάτια με κοιτάζουν, και γλυκά
μου (με) κουβεντιάζουν», «να 'μουνα΄ς της γης
χαλίκι, και στ' αυτί σου σκουλαρίκι». Σε όλα έχω
χρονολογία «1983» - τότε που θεμελιώθηκε το κτίριο.
Τα έψησα στον ηλεκτρικό μου φούρνο, στους 610ο C.
Τον τοίχο της εισόδου του Μουσείου, τον έβαλα 2cm
πιο μέσα από τον κάθετό του, για να υποδηλώσω ότι
δήθεν βρήκα κάποιο κομμάτι εκκλησιάς - το
«κύτταρο», το οποίο χρησιμοποίησα σαν βάση και
από κει και πέρα, συνέχισα τις προσθήκες.Σαν
είσοδο παλιάς εκκλησιάς, παρουσιάζω την είσοδο
του Μουσείου. Και όπως τότε, την διακόσμησα με
επιπεδόγλυφη πέτρινη πλάκα, την αποτύπωσα από
εκκλησιά του χωριού Μαντείο - Δωδώνης. Φέρει
χρονολογία 1786 και πολλά αποτρεπτικά και
διακοσμητικά λαϊκά ποικίλματα (στοιχεία) και
σταυρούς. Μιμήθηκα την γκρίζα πέτρα που ήταν με
τσιμέντο, καλά οπλισμένο, και χρώματα. Το
ψηφιδωτό - αριστερά της εισόδου - είναι αντίγραφο
ψηφιδωτού της Μονής Χίου, του 11ου αιώνα. Το
δούλεψα, εδώ και 25 χρόνια, με πέτρες: ροζ από την
Ηγουμενίτσα, άσπρο από τα Μάρμαρα (Σαντοβίτσα)
και ψηφίδες μουράνο για τα υπόλοιπα χρώματα.
Τα πρόσωπα τα δούλεψα όλα πρώτα σε πηλό, με βάση
την οστεολογία, μυολογία, χαρακτηρολογία και
μιμική, μιας που μοντέλα δεν είχα, αλλά εντούτοις
έπρεπε να αποδώσω όχι μόνο την ομοιότητα (όταν
πρόκειται για υπαρκτά πρόσωπα - Φιλόσοφο, κυρά
Βασιλική, Μακρυγιάννη, κυρά της Ρω), αλλά και
ανάλογες εκφράσεις (πόνο, θλίψη, οργή,
αποφασιστικότητα, μελαγχολία), ακόμα και όταν
πρόκειται για ανώνυμους ήρωες (στις φυλακές, στο
ορεινό πυροβολικό, στην Κρήτη, στην Μικρά Ασία).
Μετά, έρχεται το τεχνικό μέρος - ρουτίνα.
Μεταφέρεται το έργο από τον πηλό στον γύψο (με
καλούπια) και στη συνέχεια γίνονται νέα καλούπια
όπου μέσα τους θα χυτεύσω κερί μέλισσας, για να
έχω τελικά ένα κεφάλι κέρινο - κούφιο.
Στη συνέχεια τοποθετώ μάτια, φυτεύω φρύδια,
φυτεύω μουστάκια, γένια, μαλλιά (με μια μικρή
βελόνα τρίχα-τρίχα).
Τα σώματα έχουν σκελετό από σίδερο που γύρισα με
τα χέρια μου και στη συνέχεια τον δούλεψα με
τζίβα, λινάτσα και γύψο.
Τα ρούχα είναι σύγχρονα και παλιά - ρετάλια -
ολόκληρες φορεσιές ή και τμήματά τους, που
συναρμολόγησα ανάλογα με το χρώμα, την ποιότητα,
την εποχή. Τ' αγόραζα από παλιατζίδικα ή
γυρολόγους, χρόνια τώρα. Πολύ κουράστηκα με τη
συγκέντρωση τέτοιων υλικών. Όταν πλησίαζα προς
το τέλος, βρέθηκαν δυό-τρεις καλοί φίλοι που με
βοήθησαν στα δύσκολα από το ράψιμο μέχρι και το
ψάξιμο.Μερικά από τα στρατιωτικά ρούχα είναι
δωρεά του Στρατού - και ειδικότερα της VIII
Μεραρχίας. Από την προεδρική φρουρά έχω λίγες
φθαρμένες φουστανέλες, πουκάμισα, περικνημίδες
κ.λπ. Τα αντικείμενα - τόσο ποίκιλλα και πολλά - τα
συγκέντρωνα πολλές δεκαετίες τώρα. Άλλα είναι
από το πατρικό μου σπίτι (φανάρια, καλαμάρια,
λάμπες, στάμνες, πιάτα, χερόμηλα κ.α.), άλλα
αγορασμένα από παλιατζίδικα ολόκληρης της
Ελλάδας και άλλα - λίγα - είναι δώρα φίλων. Ποτέ
δεν κράτησα δώρα μεγάλιης υλικής ή
συναισθηματικής αξίας, αν και με αγάπη μου τα
πρόσφερναν. Τα εικονίσματα στον «Μακρυγιάννη»
και την «Μικρά Ασία» είναι σύγχρονα και μικρής
αξίας. Η συμβολική τους αξία είναι μεγάλη.
Τα βιβλία (στην αίθουσα των Δασκάλων του Γένους),
που είναι κάπου 1250, είναι γύψινα και οι
περγαμηνές είναι από χασαπόχαρτο - με πατίνα. Τα
δούλεψα με πολύ μεράκι.
Τα χόρτα και τα ξερά κλαδιά, τα μάζεψα από το
φυσικό τους περιβάλλον - ανάλογο υψόμετρο
(Κούγκι, Πίνδο, Ρω). Τα στέγνωσα και τα χρωμάτισα,
ώστε να φαίνονται ζωντανά ή πεθαμένα - ανάλογα. Τα
λουλούδια στην Επανάσταση χαρακτηρίζουν την
εποχή που έγινε το γεγονός (Μάχη Βαλτετσίου 14 Μάη
1821), όπως και στο Ρούπελ (6 Απρίλη 1941) και στην
Κρήτη (καλοκαίρι 1941). Τα ξύλα, τα περισσότερα
είναι από κατεδαφίσεις σπιτιών στα Γιάννενα, ή
στα γύρω χωριά. Όπου χρησιμοποίησα καινούρια,
έκανα πατίνα - παλαίωση ας πούμε.
Οι σιδεριές, είναι και αυτές από κατεδαφίσεις
σπιτιών. Μόνο της φυλακής - η μεγάλη σιδεριά,
είναι με σίδερα των 20 χιλιοστών - με το κιλό
αγορασμένα. Την φτιάξαμε μαζί με έναν παλιό
σιδερά στο καμίνι του. Τα καριοφίλια - κάπου 45- τα
'φτιαξα μόνος μου - στο εργαστήρι μου - έχοντας
πηγές από Μουσεία, συλλογές και βιβλία. Χύτευσα
ξέχωρα τον κόκορα, τη σκανδάλη, τα διάφορα
ποικίλματα που φέρουν επάνω τους. Η κάνη είναι
από στρατζαριστό σωλήνα, από ξύλο ο υποκόπανος
και τα διακοσμητικά είναι καρφωτά. Του
Κατσαντώνη το όπλο το περιποιήθηκα περισσότερο.
είναι ο μόνος επώνυμος κλεφταρματολός που έχω. Τα
όπλα και τα πολεμοφόδια, στην ενότητα του 1940, άλλα
τα έχω αγορασμένα από το Μοναστηράκι και άλλα
είναι δωρεά του Στρατού - όπως οι δύο ασύρματοι
στη σύνθεση της Κρήτης. Το κανόνι στη σύνθεση του
Ορεινού Πυροβολικού, είναι δωρεά -τόσο
συγκινητική και τιμητική για μένα, της VIIIης
Μεραρχίας. Τα τσαρούχια των Αρβανιτάδων και
Τούρκων, καθώς και τα παπούτσια του Πατροκοσμά
και του Κολοκοτρώνη, κ.λπ., τα έφτιαξα όλα με πανί,
κόλλα και χρώματα. Η λινάτσα είναι υλικό που
χρησιμοποίησα τόσο στα σώματα των κέρινων
ομοιωμάτων, όσο και στα βράχια και στις
πλακαριές. Την δούλεψα με ανθεκτικές κόλλες και
ανάλογα χρώματα - σκόνες ζωγραφικής, ακρυλικά,
πλαστικά και δυνατά βερνίκια αντοχής. Στους
Γερμανικούς Φούρνους, για όλες τις πόρτες, μικρές
και μεγάλες, χρησιμοποίησα πανί εμποτισμένο σε
κόλλες και γύψο, και ανάλογο χρώμα.
Τις πέτρες που χρησιμοποίησα για επενδύσεις ή
εσωτερικά καλντερίμια, τις μάζεψα από τα γύρω
βουνά. Διάλεξα χρώματα, φόρμες και αντοχή. Με
νευρομετάλ είναι καμωμένα πολλά θέματα.
Στηρίζονται σε σιδερένιο σκελετό, ο οποίος με τη
σειρά του στηρίζεται σε σίδερα χοντρά (τύπου "
Η " των 10). Έτσι είναι κατασκευασμένες οι
συνθέσεις: "Πίνδος", "Κρήτη", "Κυρά
της Ρω", "Κύπρος", "Μικρά Ασία",
"Βυζάντιο". Για τα επιχρίσματα, στις
περιπτώσεις αυτές, χρησιμοποίησα μόνο καθαρό
τσιμέντο και άμμο. Τα χρώματα, σε όλα τα θέματα, τα
δούλεψα με ιδιαίτερη προσοχή. Ήθελα τόνους που να
βγαίνουν από σωστά προσεγμένη προετοιμασία. Με
τον τρόπο αυτό, απέδωσα υγρασία βράχων, σπηλιών,
βουνών, υγρά κοκκινοχώματα, απέδωσα
μουχλιασμένους τοίχους σε σοκάκια, απέδωσα
ουρανούς.
Τη μουσική για τη σπηλιά του Διονυσίου του
Φιλοσόφου (μαρτύριο), την έγραψα το 1976 και την
εκτέλεσα μόνος μου - στο παλιό πιάνο του σπιτιού
μου. Έχει διάρκεια 3½ ώρες.
Τραγούδια δημοτικά και κλέφτικα, ακούγονται
στους ανάλογους χώρους του Μουσείου. Τα
τραγούδησα από παραλλαγές που βρήκα γραμμένες σε
Βυζαντινή και Ευρωπαϊκή σημειογραφία - ανάλογα.
Δεν είμαι ούτε Ιστορικός, ούτε Φιλόλογος. Είμαι
παθιασμένος με την Ιστορία και την δουλειά μου.
Το έργο είναι μεγάλο για την οικονομία μου, μικρό
για τις ικανότητές μου.
Σαν έργο αρχιτεκτονικής, ζωγραφικής και
γλυπτικής εσωτερικού και εξωτερικού χώρου,
πρέπει να δούμε το Μουσείο στο σύνολό του.
Το κέρινο ομοίωμα είναι Κλασσική Γλυπτική (η
μεταφορά στο κερί είναι τεχνική).
Με την ίδια ελευθερία και υπευθυνότητα που
δουλεύω, έγραψα και τον οδηγό του Μουσείου - για
διευκόλυνση του επισκέπτη. Στο κείμενό του
θέλησα να παρεμβάλλω σποραδικά και ενδεικτικά,
δημοτικά και κλέφτικα τραγούδια, γιατί όπως
έλεγε και ο καλός μου φίλος Μιχάλης Περάνθης:
"Τα δημοτικά μας τραγούδια, καύχημα μιας
αειθαλούς πνευματικής άνοιξης, κλείνουν μέσα
τους το χτυποκάρδι του Έθνους". Παύλος Παν. Βρέλλης |
|









|
|
Τα προϊόντα και
οι υπηρεσίες που διαφημίζονται σε αυτές τις
ηλεκτρονικές σελίδες πωλούνται ή παρέχονται απο
τρίτους. Κατά συνέπεια, το Μουσείο Βρέλλη δεν
αναλαμβάνει καμία ευθύνη και με κανένα τρόπο. Οι
οποιεσδήποτε ερωτήσεις, διαμαρτυρίες ή
απαιτήσεις πρέπει να απευθύνονται στους
αρμόδιους πωλητές των προϊόντων και των
υπηρεσιών.
Κάνετε click εδώ για περισσότερες πληροφορίες.
Copyright
© 1998-99 Άλφασταρ Ελλάς Α.Ε. |
|